Παλαιότερα είχαμε αναδείξει το ενδεχόμενο η Ελλάδα να επιχείρησε να εντάξει στο δυναμικό της περισσότερους εθελοντές/μισθοφόρους αεροπόρους κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Είχαν εξεταστεί αρκετές πιθανές περιπτώσεις, οι οποίες όμως παρέμεναν στο επίπεδο των ενδείξεων.
Ο πρώτος που αποκάλυψε στοιχεία για την ύπαρξη άγνωστου μισθοφόρου αεροπόρου ήταν ο ιστορικός Δημήτρης Βογιατζής. Στο πλαίσιο της έρευνάς του για τη διδακτορική του διατριβή το 2009 («Η Εισαγωγή της Στρατιωτικής Αεροπορικής Τεχνολογίας στην Ελλάδα 1912-1940»), εντόπισε τηλεγράφημα του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον διάδοχο και αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο. Το έγγραφο, με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 1912, περιείχε παράπονα του Βενιζέλου για έναν έμμισθο Ιταλό αεροπόρο, ο οποίος αδυνατούσε να πετάξει με τα ελληνικά Farman και ζητούσε πρόσθετη εκπαίδευση. Η εισήγηση του Βενιζέλου ήταν να απομακρυνθεί. Η ταυτότητα του αεροπόρου δεν προέκυπτε από το τηλεγράφημα. Το όνομα του Ιταλού μισθοφόρου αποκαλύφθηκε αργότερα σε αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών. Σε έγγραφο του τότε Έλληνα πρεσβευτή στην Ιταλία βρέθηκε ιδιόχειρη επιστολή του Giovanni Millo Ribotti. Ο Ribotti αξίωνε από το ελληνικό κράτος αποζημίωση 1.000 φράγκων για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει ως αεροπόρος κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Σύμφωνα με την ίδια επιστολή, είχε στρατολογηθεί, κατόπιν δικής του πρότασης, από το ελληνικό προξενείο της Μασσαλίας.
Πρόσφατη έρευνα στον ελληνικό Τύπο του 1912 αποκαλύπτει σοβαρές ενδείξεις ότι ο Ribotti δεν ήταν ο μοναδικός Ιταλός μισθοφόρος αεροπόρος. Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν την παρουσία τουλάχιστον ενός ή δύο ακόμη Ιταλών αεροπόρων, ενώ παράλληλα προκύπτει και η πιθανή υπηρεσία ενός μηχανικού αεροπλάνων.
Το απόγευμα της 22ας Οκτωβρίου 1912 αφίχθηκε στην Αθήνα ο Ιταλός φιλέλληνας Ricciotti Garibaldi. Ήταν ο φυσικός αρχηγός μιας ομάδας ερυθροχιτώνων εθελοντών, οι οποίοι λίγες ημέρες αργότερα θα πολεμούσαν στο πλευρό του Ελληνικού Στρατού στο Μέτωπο της Ηπείρου.
Ανάμεσα στους εθελοντές βρισκόταν και ο Ιταλός Κάρολος Γιάκια Κορσίνη (Carlo Jacchia Corsini). Ο Κορσίνη, ωστόσο, δεν σκόπευε να πολεμήσει ως απλός πεζικάριος. Επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό και ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως αεροπόρος. Ο Βενιζέλος αποδέχθηκε την προσφορά του και, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, έθεσε στη διάθεσή του ένα ελληνικό αεροπλάνο, με προοπτική να αναχωρήσει σύντομα για το μέτωπο.
Η απουσία του Corsini από την ελληνική αεροπορική ιστοριογραφία και, κυρίως, η έλλειψη μεταγενέστερων δημοσιευμάτων για την πορεία του δημιουργούσαν την εντύπωση ότι η ένταξή του στο ελληνικό αεροπορικό σώμα δεν πραγματοποιήθηκε τελικά. Ωστόσο, η πρόσφατη ανακάλυψη ενός άρθρου στην εφημερίδα «Αθήναι» προσφέρει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή.
Η «Αθήναι» της 26ης Δεκεμβρίου 1912 αναδημοσίευσε και σχολίασε δημοσίευμα της ιταλικής εφημερίδας «Il Nuovo Giornale». Στο άρθρο περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός δύο Ιταλών αεροπόρων ότι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στον Ελληνικό Στρατό. Τα ονόματά τους ήταν Κάρολος Κορσίνη και Ερρίκος Ρόμπυ.
Ο Κορσίνη αφηγείται μια πτήση από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη, με τον Ιταλό δημοσιογράφο να τον ερωτά σχετικά με τη θριαμβευτική υποδοχή που, υποτίθεται, του επιφυλάχθηκε μετά την προσγείωσή του. Η απάντησή του ήταν αποστομωτική. Οι Έλληνες αεροπόροι όχι μόνο δεν τους υποδέχθηκαν με θέρμη, αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο, τους αντιμετώπισαν με εχθρότητα, ρωτώντας τους τι ζητούσαν εκεί.
Ο Ρόμπυ συμπλήρωσε ότι, ύστερα από αυτή την αντιμετώπιση, αποφάσισαν να παραιτηθούν. Τότε, σύμφωνα με την αφήγησή του, τους κάλεσε ο αρμόδιος υπουργός (πιθανότατα ο Βενιζέλος, ο οποίος διατηρούσε και το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Στρατιωτικών), ζητώντας τους να παραμείνουν έως το τέλος του πολέμου. Παράλληλα, τους υποσχέθηκε ότι θα διατάξει έρευνα για το περιστατικό, θεωρώντας ότι επρόκειτο μάλλον για παρεξήγηση. Οι δύο Ιταλοί αεροπόροι, ωστόσο, επέμειναν στην απόφασή τους. Παραιτήθηκαν από τους μισθούς τους και ζήτησαν μόνο την κάλυψη των εξόδων τους.
Όσον αφορά το οικονομικό σκέλος, δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά, παρά μόνο στον ισχυρισμό των αεροπόρων ότι ο μηχανικός που τους συνόδευε λάμβανε υψηλότερο μισθό. Η απάντηση των ελληνικών αρχών στο αίτημά τους για κάλυψη των εξόδων ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένουν έως τη λήξη της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου.
Η αναφορά στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου παρέχει και ένα χρονικό πλαίσιο για την πιθανή υπηρεσία των Ιταλών αεροπόρων στον Ελληνικό Στρατό, καθώς οι εργασίες της ξεκίνησαν στις 20 Νοεμβρίου / 3 Δεκεμβρίου 1912.
Θεωρώντας ότι ο Giovanni Millo Ribotti και ο Carlo Jacchia Corsini δεν μπορούν να είναι το ίδιο πρόσωπο, εξετάσαμε το ενδεχόμενο ταυτοπροσωπίας του Ρόμπυ με τον Ribotti. Συσχετίζοντας τα ευρήματα του Βογιατζή με τα γραφόμενα στην «Il Nuovo Giornale», αναδεικνύονται τόσο ομοιότητες όσο και αναντιστοιχίες.
Η πρώτη προφανής σύγκριση δείχνει ότι, εκ πρώτης όψεως, τα δύο επώνυμα ομοιάζουν, αλλά δεν φαίνεται να ταυτίζονται. Ωστόσο, ενδεχόμενα λάθη στη μεταγραφή από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα, καθώς και η πιθανότητα χρήσης διπλού ονόματος, δεν επιτρέπουν τον οριστικό αποκλεισμό της ταυτοπροσωπίας.
Η δεύτερη αναντιστοιχία αφορά τη χρονική σχέση ανάμεσα στο τηλεγράφημα του Βενιζέλου και την έναρξη της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου. Φαίνεται δύσκολο να εξηγηθεί πώς ο Βενιζέλος ζητούσε στις 4 Νοεμβρίου την απομάκρυνση ενός ακατάλληλου αεροπόρου και λίγες εβδομάδες αργότερα τον παρακαλούσε να παραμείνει στην υπηρεσία. Βεβαίως, δεν θα αναμέναμε από έναν αεροπόρο να παραδεχθεί δημοσίως ότι απομακρύνθηκε λόγω ανεπάρκειας και δεν παραιτήθηκε οικειοθελώς. Ως εκ τούτου, η σχετική πληροφορία πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιφύλαξη.
Υπάρχει, ωστόσο, και μία ενδιαφέρουσα χρονική σύμπτωση. Η ιδιόχειρη επιστολή του Ribotti, την οποία αναφέρει ο Βογιατζής, φέρει ημερομηνία 17/30 Ιουνίου 1913. Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου ολοκληρώθηκε στις 17/30 Μαΐου 1913. Επομένως, η υπενθύμιση της οικονομικής οφειλής ακριβώς έναν μήνα αργότερα φαίνεται απολύτως λογική.
Προκειμένου να εξεταστεί και η εκδοχή ότι ο Ρόμπυ και ο Ribotti ήταν διαφορετικά πρόσωπα, επιχειρήσαμε να διαπιστώσουμε αν όλα τα αναφερόμενα ονόματα αντιστοιχούν σε πιστοποιημένους αεροπόρους της εποχής.
Το όνομα Carlo Corsini εντοπίστηκε σε ιταλική έκδοση του 1983 με τίτλο «1923-1983 Sessant’anni dell’Associazione Nazionale dei Pionieri dell’Aeronautica», η οποία περιλαμβάνει κατάλογο Ιταλών πιλότων που έλαβαν δίπλωμα αεροπόρου από το 1909 έως το 1914 (o Corsini βρίσκεται στο νούμερο 119). Επίσης, εντοπίστηκαν δημοσιεύματα σε γαλλικές εφημερίδες του Μαρτίου 1913, τα οποία αναφέρουν ότι υπέστη σοβαρό ατύχημα στο αεροδρόμιο του Mirafiori (Paris 08/03/1913 και La Nouvelle Presse 09/03/1913).
Αντίθετα, ούτε το όνομα του Ερρίκου Ρόμπυ ούτε εκείνο του Giovanni Ribotti (1) κατέστη δυνατό να εντοπιστούν σε δημοσιευμένες λίστες αεροπόρων. Αν και υπάρχουν ονόματα που παρουσιάζουν ομοιότητες, δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν με βεβαιότητα. Η απουσία των ονομάτων τους από τους σχετικούς καταλόγους δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να υπήρξαν πράγματι αεροπόροι. Θα μπορούσαν, άλλωστε, να ήταν αυτοδίδακτοι, όπως συνέβη σε αρκετές περιπτώσεις κατά την πρώιμη περίοδο της αεροπορίας. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός αυτό μειώνει αναπόφευκτα τη συνολική αξιοπιστία των συγκεκριμένων στοιχείων.
Η πιθανή ανεύρεση στοιχείων που να πιστοποιούν τον Ερρίκο Ρόμπυ και τον Giovanni Ribotti ως αεροπόρους θα ενίσχυε σημαντικά το ενδεχόμενο υπηρεσίας τριών Ιταλών μισθοφόρων αεροπόρων στον Ελληνικό Στρατό. Αν συνυπολογίσουμε και τον μηχανικό που αναφέρεται στις σχετικές μαρτυρίες, τότε ο αριθμός των Ιταλών που υπηρέτησαν θα ανερχόταν στους τέσσερις.
Ο αριθμός αυτός δεν αποτελεί αποκλειστικά δική μας εικασία. Ο ερευνητής Λευτέρης Κορέλης εντόπισε δημοσιεύματα των γαλλικών εφημερίδων «Le Petit Courrier» και «La Presse», τα οποία αναφέρουν ότι, με την ένταξη του Κορσίνη, οι Ιταλοί αεροπόροι που υπηρετούσαν στον Ελληνικό Στρατό θα ανέρχονταν πλέον σε τέσσερις.
Όσον αφορά τον τέταρτο πιθανό Ιταλό αεροπόρο, υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για το πλέον τεκμηριωμένο πρόσωπο της υπόθεσης. Ο Louis Eugene Berni ήταν μηχανικός και αεροπόρος, ο οποίος υπηρέτησε με την πρώτη του ιδιότητα στο Μέτωπο της Ηπείρου. Ανήκε στο δυναμικό του Γαλλικού Στρατού, αλλά διέθετε ιταλική υπηκοότητα (James S. CURLIN Ιπτάμενοι στη Νικόπολη: Η δράση του Λόχου Αεροπορίας στην Ήπειροκατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο 1912-1913). Πάντως, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Berni δεν είναι απαραίτητα ο μηχανικός που συνόδευε τους Ιταλούς αεροπόρους.
Το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο των δημοσιευμάτων των γαλλικών εφημερίδων προκύπτει από την ημερομηνία της ανταπόκρισης. Δεδομένου ότι η ανταπόκριση από την Αθήνα στάλθηκε στις 31 Οκτωβρίου (18 Οκτωβρίου με το τότε ελληνικό ημερολόγιο), προκύπτει ότι, κατά τη συνάντηση του Κορσίνη με τον Βενιζέλο, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22 Οκτωβρίου, η ένταξη του Ιταλού αεροπόρου είχε πιθανότατα ήδη αποφασιστεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η διατύπωση των γαλλικών άρθρων ότι ο Κορσίνη τέθηκε στη διάθεση του Διαδόχου. Αν συνδυάσουμε αυτή την πληροφορία με το εύρημα του Βογιατζή και την εύλογη παρατήρηση ότι τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο μελλοντικός βασιλιάς ασχολούνται προσωπικά με ένα ζήτημα που κανονικά θα έπρεπε να χειρίζονται χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, ίσως αναδεικνύεται μια νέα πτυχή της υπόθεσης.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η πρόσληψη των Ιταλών μισθοφόρων αεροπόρων να πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία ή ενέργειες του Κωνσταντίνου. Αν αναλογιστούμε τις πολιτικές συνθήκες και τις σχέσεις του Βενιζέλου με τον Κωνσταντίνο, η υπόθεση αυτή ίσως προσφέρει μια πιθανή ερμηνεία για την εχθρική υποδοχή που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, αντιμετώπισαν οι Ιταλοί αεροπόροι κατά την άφιξή τους στη Θεσσαλονίκη.
Τελικά, η πρώιμη ελληνική αεροπορική ιστορία δεν παύει να εκπλήσσει, καθώς συνεχώς αναδεικνύονται νέες και άγνωστες πτυχές της. Η εμπόλεμη κατάσταση της χώρας, και ίσως η πολιτική κατάσταση της εποχής, φαίνεται ότι άφησαν στο περιθώριο της ιστορίας πολλά παράλληλα γεγονότα. Τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα έζησε εξίσου ταραγμένες περιόδους. Τι άραγε εξακολουθεί να κρύβεται εκεί και να περιμένει ακόμη να αποκαλυφθεί;
(1): Το μοναδικό στοιχείο που βρέθηκε για κάποιον με το όνομα Giovanni Millo Ribotti είναι δημοσίευμα της «La Nuova Italia» (17/04/1926), σύμφωνα με το οποίο ανήκε σε φασιστική οργάνωση του Τορίνο. Στο συγκεκριμένο άρθρο δεν υπάρχει αναφορά για την επαγγελματική του ιδιότητα.
Ευχαριστώ τον Λευτέρη Κορέλη και τον Δημήτρη Βασιλόπουλο για την πολύτιμη βοήθειά τους
Ηλίας Απατσίδης





















Απάντηση