Κατά τα πρώτα χρόνια της ενασχόλησής μου με την αεροπορία, οι πρώτοι Έλληνες αεροπόροι είχαν αποκτήσει στο μυαλό μου μυθικές διαστάσεις. Ονόματα όπως ο Καμπέρος, ο Μωραϊτίνης και ο Μουτούσης, αντιπροσώπευαν στην παιδική-εφηβική σκέψη αψεγάδιαστους υπερήρωες. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι, σε μεγάλο βαθμό, όλοι μας έχουμε την τάση να κατατάσσουμε τα ιστορικά πρόσωπα μονοδιάστατα και συχνά λανθασμένα. Ανάλογα με τα βιώματα και τις πεποιθήσεις που έχει ο καθένας, τους αποδίδουμε τον ρόλο του «καλού» ή του «κακού», παραβλέποντας ασυνείδητα ότι και αυτοί υπήρξαν κοινοί θνητοί με τον δικό χαρακτήρα, πάθη και αδυναμίες. Το σημαντικότερο ίσως σφάλμα είναι ότι τους κρίνουμε με τα σημερινά δεδομένα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις κοινωνικές σταθερές και τα αξιακά πρότυπα της εποχής τους. Με αυτή τη σκέψη, αισθάνομαι περισσότερο άνετα να μεταφέρω μια ιστορία που με ξάφνιασε πραγματικά. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο περιστατικό που αφορά δύο τεράστιες μορφές της ελληνικής αεροπορικής ιστορίας και παντοτινούς προσωπικούς μου ήρωες.
Το καλοκαίρι του 1915, παρά τον απρόσμενο θάνατο του Collyns Pizey, η Ναυτική Αεροπορία φαινόταν να έχει πάρει τον δρόμο της. Το Ναυτικό διέθετε καινούργια εκπαιδευτικά αεροπλάνα, ενώ στο αεροδρόμιο του Φαλήρου, με διοικητή τον Μωραϊτίνη, υπηρετούσαν τουλάχιστον έξι πτυχιούχοι αεροπόροι και τέσσερις ακόμη ήταν κοντά στην ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους. Αντίθετα, το αεροπορικό σώμα του Στρατού υπήρχε μόνο στα χαρτιά, χωρίς ενεργούς πιλότους. Αυτό έπρεπε να αλλάξει.
Στις 12 Ιουνίου 1915 ανακοινώθηκε μια νέα προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Σώματος Αεροπόρων. Το Υπουργείο Στρατιωτικών ανέθεσε το δύσκολο εγχείρημα στον πρώτο Έλληνα στρατιωτικό αεροπόρο, τον Ταγματάρχη του 5ου Γραφείου Επιμελητείας Δημήτριο Καμπέρο. Ως έδρα της Στρατιωτικής Αεροπορίας ορίστηκε το υφιστάμενο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, ενώ ο Υπουργός έδωσε στον Καμπέρο απόλυτη ελευθερία στην επιλογή προσωπικού και στη διαμόρφωση των εγκαταστάσεων. Σημαντικός παράγοντας ήταν η εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, με ένα ποσό ήδη κατατεθειμένο σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό.
Ωστόσο, η θέση του διευθυντή του αεροδρομίου Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι είχε και άλλους μνηστήρες. Αυτό οδήγησε σε σοβαρό επεισόδιο μεταξύ του Καμπέρου και του επίσης πρώην αεροπόρου, Ίλαρχο Πανούτσο Νοταρά. Κοινοί φίλοι προσπάθησαν να μεσολαβήσουν, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Καμπέρος δεν ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις που έλαβε και, αφού όρισε μάρτυρες, απαίτησε την επίλυση της διαφοράς διά των όπλων. Ο Νοταράς δέχθηκε την πρόκληση σε μονομαχία και όρισε τους δικούς του μάρτυρες. Οι μάρτυρες των δύο πλευρών άρχισαν τις συνεννοήσεις για τους όρους της μονομαχίας, η οποία πλέον φαινόταν αναπόφευκτη. Το βράδυ της 10ης Ιουλίου, ο Καμπέρος, ενώ βρισκόταν στο Ζαχαροπλαστείο Φλόκα, διαβεβαίωνε ότι το ζήτημα είχε λυθεί ειρηνικά. Πιθανότατα επρόκειτο για παραπλανητική δήλωση, καθώς οι αρχές είχαν ήδη ενημερωθεί. Ο φρούραρχος διέταξε παρακολούθηση των δύο ανδρών από μεταμφιεσμένους χωροφύλακες και την επόμενη ημέρα η αστυνομία επενέβη, αποτρέποντας προσωρινά τη σύγκρουση.
Παρά την πάροδο λίγων ημερών για να επικρατήσει η λογική, στις 15 Ιουλίου οι μάρτυρες συνέχιζαν τις συζητήσεις για τους όρους. Αν και θεωρητικά αναζητούσαν ταυτόχρονα συμβιβασμό, οι προτάσεις της μιας πλευράς ήταν εξαιρετικά βαριές (μονομαχία με απόσταση 25 βημάτων). Αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει μερική αντικατάσταση των μαρτύρων και αυτή τη φορά να είναι ο Νοταράς ο ανυποχώρητος στην διεξαγωγή της μονομαχίας.
Τελικά, οι δύο άνδρες, συνοδευόμενοι από τους μάρτυρές τους, κατευθύνθηκαν το απόγευμα στην περιοχή Καπουτζήδες (σημερινή Πυλαία), με σκοπό την οριστική αναμέτρηση. Ευτυχώς, η αστυνομία, που είχε πληροφορίες για τον τόπο, έστειλε αστυνόμο και τους εμπόδισε. Οι δύο αεροπόροι, όμως, ήταν αποφασισμένοι. Μαζί με τους μάρτυρες μετέβησαν στο Κεραμαρειό (τοπωνύμιο στη βόρεια πλευρά του οικισμού Χορτιάτη). Εκεί, η αστυνομία δεν αρκέστηκε σε συστάσεις. Αυτή τη φορά συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Φρουραρχείο. Παρά την κράτησή τους και τις ανακρίσεις που ακολούθησαν, ο Τύπος της εποχής υποστήριζε ότι η μονομαχία δεν είχε ματαιωθεί, αλλά απλώς αναβληθεί και θα γινόταν σύντομα, είτε στη Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ρόλο στο επεισόδιο είχε ένας ακόμα (πρώην και μελλοντικός) αεροπόρος, ο Χρήστος Αδαμίδης, που συμμετείχε ως μάρτυρας του Νοταρά.
Αρχικά, το επεισόδιο δεν φάνηκε να επηρεάζει την αναδιοργάνωση της Στρατιωτικής Αεροπορίας. Στις 17 Αυγούστου πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του αεροδρομίου Θεσσαλονίκης, παρουσία του στρατηγού Μοσχόπουλου. Εκείνες τις ημέρες ο Καμπέρος πραγματοποίησε αρκετές πτήσεις πάνω από την πόλη, πήγε μέχρι τη Βέροια και πέταξε με συνεπιβάτη τον δημοσιογράφο Άλκη Ζαφειρόπουλο από την εφημερίδα «Το Φως».
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η κατάσταση άλλαξε. Στα τέλη Αυγούστου ο Καμπέρος μετέβη στην Αθήνα, με τις εφημερίδες να αναφέρουν ότι σκοπός του ταξιδιού ήταν η υποβολή προτάσεων στο Επιτελείο για την οργάνωση της Αεροπορικής Υπηρεσίας. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Η στρατιωτική ιεραρχία δεν είχε τοποθετηθεί δημόσια για το περιστατικό, αλλά οι αποφάσεις είχαν ήδη ληφθεί, με τις πολιτικές εξελίξεις ίσως να διαδρματίζουν τον δικό τους ρόλο. Τελικά, στις 16 Σεπτεμβρίου 1915 ανακοινώθηκε ότι, κατόπιν απόφασης του Υπουργείου Στρατιωτικών, ο Καμπέρος επανερχόταν στο σώμα της επιμελητείας. Την ίδια ημέρα έγινε γνωστό ότι οι Νοταράς, Αδαμίδης και Μουτούσης μετατίθενται στο αεροπορικό σώμα.
Ανεξάρτητα από τα πρόσωπα και τα πρωτοφανή γεγονότα, η προσπάθεια αναδιοργάνωσης της Στρατιωτικής Αεροπορίας ανακόπηκε σύντομα λόγω εξωγενών παραγόντων. Στις 5 Οκτωβρίου ξεκίνησε η αποβίβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη και το άνοιγμα του Μακεδονικού Μετώπου οριστικοποίησε τον Εθνικό Διχασμό.
Για την ιστορία, η σχέση των δύο ανδρών αποκαταστάθηκε κάποια στιγμή. Σε άρθρο του στην «Αεροπορική Επιθεώρηση» το 1934, ο πλέον Επισμηναγός Δημήτριος Καμπέρος αναφέρει τον Νοταρά ως φίλο του και από τα γραφόμενά του προκύπτει ότι διατηρούσαν τακτική επικοινωνία.
Ηλίας Απατσίδης























Αφήστε μια απάντηση